ασφάραγος

(I)
ἀσφάραγος, ο (Α)
φάρυγγας, λαιμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η ακριβής σημασία της λ. οδηγεί στη σύνδεσή της με τη λ. φάρυγξ, ενώ ο παράλληλος τ. σφάραγος προέκυψε ίσως από παρετυμολογική επίδραση του ρ. σφαραγούμαι «τρίζω, εξογκώνομαι, φουσκώνω». Η υπόθεση συσχετισμού της λ. με το ασφάραγος (II) στερείται αποδείξεως, ενώ άλλοι τη συνδέουν με λιθ. springstu, springti «πνίγω, στραγγαλίζω». Στον Όμηρο η λ. ασφάραγος είναι ευρύτερη σημασιολογικά από τη λ. λαυκανίη «λαιμός, φάρυγγας», γιατί δηλώνει επιπλέον την τραχεία, με την οποία πραγματοποιείται η ομιλία. Στον Ησύχιο σημαίνει «φάρυγξ ή βρόγχος», ενώ ο τ. σφάραγος δηλώνει «τον βρόγχο, τράχηλο, λαιμό»].
————————
(II)
ἀσφάραγος, ο (Α)
1. ασπάραγος, σπαράγγι
2. το τρυφερό βλαστάρι άλλων φυτών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με το ρ. σφαραγούμαι «ξεχειλίζω, φουσκώνω», με λιθ. spurgas «βλάστηση, βλαστάρι», αρχ. ινδ. spūrjati «εμφανίζομαι απότομα, αναβρύω», που ανάγονται σε ινδοευρ. ρίζα *(s)p(h)ereg- «τινάζομαι, πηδώ», αν και μεταξύ αυτών των τ. υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις τόσο από πλευράς μορφής όσο και σημασίας. Ετυμολογική σχέση της λ. με το ασφάραγος (Ι) δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί, ενώ δεν αποκλείεται η υπόθεση ότι πρόκειται για δάνεια λ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσφάραγος — 1 throat masc nom sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγοις — ἀσφάραγος 1 throat masc dat pl (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγου — ἀσφάραγος 1 throat masc gen sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγους — ἀσφάραγος 1 throat masc acc pl (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγων — ἀσφάραγος 1 throat masc gen pl (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγῳ — ἀσφάραγος 1 throat masc dat sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάραγοι — ἀσφάραγος 1 throat masc nom/voc pl (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάραγον — ἀσφάραγος 1 throat masc acc sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάραγος — ἀσφάραγος 1 throat masc nom sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαράγοιο — ἀσφάραγος 1 throat masc gen sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.